της Δήμητρας Μανιφάβα

 

 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γίνεται στην Ελλάδα των έξι χρόνων ύφεσης και των capital controls οι τιμές των τροφίμων να σημειώνουν τη μεγαλύτερη αύξηση, τόσο σε ετήσια όσο και σε μηνιαία βάση, μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης; Κι όμως γίνεται, χωρίς, μάλιστα, η κύρια αιτία να είναι πάντα η αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ που εφαρμόστηκε από τις 20 Iουλίου, με πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα το ψωμί, το γάλα και το κρέας.

Η απάντηση που δίνει η ίδια η αγορά είναι ότι οι απώλειες που υπέστησαν οι επιχειρήσεις λόγω capital controls, η υποχρεωτική από τις αρχές του χρόνου προπληρωμή των εισαγόμενων πρώτων υλών, από υλικά συσκευασίας έως ζωοτροφές –υποχρεωτική λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία που δείχνουν οι ξένοι προμηθευτές– καθώς και οι καθυστερήσεις στις πληρωμές από Δημόσιο και ιδιώτες, τους οδηγούν στο να μετακυλίουν μέρος του κόστους στην τελική τιμή καταναλωτή.

Ακριβό μου ψωμί

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία της Eurostat, οι τιμές των τροφίμων στην Ελλάδα αυξήθηκαν τον Αύγουστο σε σύγκριση με τον Ιούλιο κατά 2,9%, που αποτελεί τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση μεταξύ των «28» της Ε.Ε. Στην Ελλάδα παρατηρήθηκε τον Αύγουστο του 2015 και η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση στις τιμές των τροφίμων, 4,2% σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2014. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι ανατιμήσεις παρατηρούνται σε προϊόντα τα οποία παρέμειναν στον συντελεστή ΦΠΑ 13%. Οι τιμές ψωμιού και δημητριακών κατέγραψαν αύξηση 3,2% σε ετήσια βάση, τη μεγαλύτερη μεταξύ των «28», του κρέατος αύξηση κατά 1,9%, επίσης τη μεγαλύτερη μεταξύ των «28» και ενώ σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης παρατηρήθηκε μείωση των τιμών κατά 1,3%.

Ο κατάλογος των ανατιμήσεων στις βασικές κατηγορίες τροφίμων δεν σταματάει εδώ. Στην κατηγορία των ελαίων καταγράφεται αύξηση σε ετήσια βάση κατά 9,9%, στα φρούτα 17,2%, στα λαχανικά 9,6%, στα ψάρια 0,4%, σε γάλα, αυγά και τυριά 0,3%. Η μόνη δικαιολογημένη –τουλάχιστον από την αύξηση του ΦΠΑ– ανατίμηση είναι αυτή που παρατηρείται στη ζάχαρη (5%). Πρόκειται σημειωτέον για προϊόν που πλέον επιβαρύνεται με συντελεστή ΦΠΑ 23%. Από τα στοιχεία του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για τον μήνα Σεπτέμβριο, αν και προκύπτει μερική και όχι σε όλες τις περιπτώσεις αποκλιμάκωση των τιμών σε σύγκριση με τον Αύγουστο, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι παρατηρούνται αυξήσεις σε σύγκριση με την αρχή του έτους ή πολύ πιο χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τον Ιούνιο, πριν δηλαδή από την επιβολή των capital controls (υπενθυμίζεται ότι επιβλήθηκαν στις 29 Ιουνίου).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), η τιμή του φρέσκου γάλακτος εμφανίζει τον Σεπτέμβριο του 2015 αύξηση κατά 2,96% σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2015. Η τιμή, πάντως, παραγωγού συνολικά στο οκτάμηνο Ιανουαρίου - Αυγούστου 2015 είναι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, εμφανώς χαμηλότερη από την τιμή το αντίστοιχο διάστημα του 2014.

«Αλμυρά» ζυμαρικά

Αξιοσημείωτες διακυμάνσεις στο διάστημα των τελευταίων μηνών παρατηρούνται και στις τιμές του ψωμιού, των αλεύρων, αλλά και των ζυμαρικών. Οι τιμές των ζυμαρικών, είδος εξαιρετικά δημοφιλές τις πρώτες ημέρες επιβολής των capital controls, καταγράφουν αύξηση κατά 3,27% τον Σεπτέμβριο σε σύγκριση με τον Ιούνιο. Αυτό που προξενεί μεγαλύτερη εντύπωση είναι το πώς εξελίχθηκαν οι τιμές των πρώτων υλών για τα παραπάνω προϊόντα και δη του μαλακού και του σκληρού σιταριού. Από τα στοιχεία της Eurostat προκύπτει ότι τον Αύγουστο, σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2015, η τιμή του μαλακού σιταριού, προϊόν το οποίο εισάγει σε μεγάλο βαθμό η Ελλάδα για να καλύψει τις ανάγκες της, αυξήθηκε κατά 4,6%, όταν κατά μέσο όρο στην Ε.Ε. η τιμή κατέγραψε μείωση 5%. Αύξηση, αν και οριακή, κατά 0,8% παρατηρήθηκε και στην τιμή του σκληρού σιταριού. Σε ετήσια βάση η τιμή του μαλακού σιταριού στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 6,7%, ενώ σε επίπεδο Ε.Ε. παρατηρήθηκε αύξηση μόλις κατά 1%.

Δεν είναι τυχαίο ότι από τις πρώτες ημέρες των capital controls αυτό που φοβήθηκε η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή ήταν οι ανατιμητικές τάσεις. Αυτές δυστυχώς δεν αποφεύχθηκαν και όσο οι επιχειρήσεις θα συνεχίζουν να λειτουργούν υπό μη κανονικές συνθήκες, οι τιμές καταναλωτή θα επιβαρύνονται.

Αναδημοσίευση από την "Καθημερινή"