του Νίκου Παπαδάκου*
Το προσφυγικό και η άμεση σύνδεσή του με τη συνοχή και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αρχίσει να γίνεται συνείδηση του κάθε Ευρωπαίου πολίτη, ανεξαρτήτως κοινωνικής, πολιτιστικής, οικονομικής τοποθέτησης.
Όπως γίνεται συνείδηση όλων μας και το μέγεθος του προβλήματος. Η Ευρώπη κινδυνεύει. Όχι μόνο το όραμα και ο θεσμός της Ενωμένης Ευρώπης??? κινδυνεύει η ίδια η ύπαρξή της ως ηπείρου του πολιτισμού και της επιστήμης. Κινδυνεύει ο ρόλος της στο παγκόσμιο στερέωμα και η δυνατότητα της να προστατεύσει τις χώρες που την απαρτίζουν.
Η Le Monde σε πρόσφατο άρθρο τη χαρακτηρίζει «κλινικά νεκρή» ένωση, αφού δεν ήθελε ή δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει την προσφυγική κρίση σε συλλογικό επίπεδο, όπως θα όφειλε. Οι καταστροφικές συνέπειες που θα ακολουθήσουν αυτή την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις αναμενόμενες από καιρό προκλήσεις των καιρών δεν αφορούν όμως αποκλειστικά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα ή τον θεσμικό ρόλο της Ε.Ε. Αφορούν κυρίως την μοίρα όλων των λαών που την απαρτίζουν καθώς και το μέλλον του καθενός από μας.
Η απαξίωσή της θα μειώσει στο ελάχιστο το μέγεθος της όσης δημοκρατίας μοιράζονται σήμερα οι λαοί της, θα περιορίσει τις όποιες πιθανότητες έχει να συμβάλει θετικά στις επερχόμενες παγκόσμιες οικονομικές και οικολογικές λεηλασίες και κυρίως θα αποτύχει να προστατεύσει τα μέλη της από τις δολοφονικές εθνικιστικές αντιλήψεις. Σε αυτή την ιδιαίτερα δυσοίωνη προοπτική συνεισφέρουν σχεδόν όλοι οι εταίροι αποδομώντας την.
Σίγουρα ο ρόλος της κάθε επιμέρους χώρας στο σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης δεν μπορεί και δεν πρέπει να καθορίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες της καθώς και τα ειδικά προβλήματα τα οποία ενδέχεται να προκληθούν στην επικράτειά της από τη συνεχιζόμενη με αυξητικούς ρυθμούς ροή των προσφύγων. Αλλά η αποσιώπηση των ευθυνών του καθενός είναι, κατά τον Γάλλο φιλόσοφο Μπαλιμπάρ, «λαθροχειρία και καθιστά παράβαση των καθηκόντων μας ως Ευρωπαίων πολιτών»
Ας δούμε όμως την πορεία των γεγονότων.
Έξι μήνες πριν, η Γερμανίδα καγκελάριος, παρά τους αντίθετους όρους της Σύμβασης του Δουβλίνου, αποφάσισε να επιτρέψει να δεχτεί στα εδάφη της χώρας της πρόσφυγες. Για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως για τις ισχυρές υπήρχαν δύο και μόνο επιλογές: ή η ενίσχυση των γερμανικών θέσεων με παράλληλες προτάσεις για επιπλέον υποστηρικτικές ενέργειες ή ο τορπιλισμός τους με προώθηση ενός άλλου εναλλακτικού σχεδίου.
Οι περισσότερες όμως χώρες δεν έκαναν τίποτε από τα παραπάνω. Επέλεξαν απλά τη στείρα άρνηση χωρίς να φέρουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων κανένα ισοδύναμο. Κάποιες, όπως η Γαλλία, δήλωσαν ότι επικροτούν τη γερμανική πρωτοβουλία, αλλά στην ουσία φροντίζουν να την αντιμάχονται. Κάποιες άλλες απλά την απέρριψαν, χωρίς να ενδιαφερθούν να προτείνουν κάποια εναλλακτική λύση περιφρονώντας στην πραγματικότητα το πρόβλημα και φροντίζοντας απλά και μόνο να μην αγγίξει την επικράτειά τους.
Στη συνέχεια και κάτω από την πίεση των εξελίξεων οι περισσότερες από τις χώρες που συνιστούν την Ε.Ε αποδέχτηκαν (έστω και με βαριά καρδιά) το σχέδιο Γιούνκερ που αφορούσε την κατανομή των προσφύγων στα ευρωπαϊκά κράτη. Αυτό το γεγονός της ύπαρξης δηλαδή μιας τέτοιας δεσμευτικής για όλους συμφωνίας έδωσε μια μικρή αισιόδοξη νότα, όμως η χαρά δεν κράτησε για πολύ.
Αμέσως σχεδόν οι περισσότερες χώρες άρχισαν να κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να μην υλοποιηθεί ποτέ. Για παράδειγμα η ισχυρή Γαλλία, η οποία αποδέχτηκε χωρίς αντιρρήσεις το σχέδιο Γιούνκερ και θα έπρεπε μέχρι σήμερα να έχει φιλοξενήσει γύρω στους τριάντα χιλιάδες πρόσφυγες, έχει υποδεχτεί μόλις διακόσια πενήντα άτομα!
Γράφει σε άρθρο του στην «Εποχή» ο Ετιέν Μπαλιμπάρ: «Μας λένε ότι οι πρόσφυγες "'δεν θέλουν'" να έρθουν στη Γαλλία. Αν υποθέσουμε ότι αληθεύει, δεν πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί η άλλοτε 'χώρα του ασύλου' έχει γίνει τόσο απωθητική για κάποιους ανθρώπους που δεν έχουν πια τίποτα στον κόσμο; Οι Γερμανοί ευθύνονται που η παραίτηση αυτή του άλλου μεγάλου ευρωπαϊκού έθνους κατάφερε να τους πείσει ότι πρέπει να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους; Ας μην νόμιζαν ότι είναι καλύτεροι από τους άλλους...».
Και συνεχίζει αναδεικνύοντας μέσα από τις γαλλογερμανικές σχέσεις το πρόβλημα: «Τον προηγούμενο μήνα, με το πρόσχημα ότι πρέπει να συντονίσουμε τις πολιτικές ασφαλείας μας μετά τα τρομοκρατικά, ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς πήγε στο Μόναχο για να καταγγείλει την πολιτική της Άνγκελα Μέρκελ: ήρθε δεύτερος μετά τον Βίκτορ Όρμπαν, που επισκέφθηκε τη Γερμανία για να προσφέρει τη στήριξή του στη γερμανική Ακροδεξιά, που παραδέχεται ότι σκοπός της είναι η Καγκελάριος να υποχωρήσει ή να παραιτηθεί.
Και μόλις την περασμένη Πέμπτη ο υπουργός Μπερνάρ Καζενέβ, αφού δρομολόγησε τη διαδικασία ισοπέδωσης του καταυλισμού «Ζούγκλα» στο Καλαί, εφαρμόζοντας το σχέδιο που συμφώνησε με τον Βρετανό ομόλογό του, ο οποίος δεν έχει πρόβλημα να ξαναπεταχτούν στον δρόμο μερικές εκατοντάδες απελπισμένοι άνθρωποι, εκπλήσσεται που το Βέλγιο έκλεισε και πάλι τα σύνορά του». Και καταλήγει:«Μπορεί κανείς να πιστέψει ότι η Μαρίν Λεπέν είναι ήδη κυβέρνηση της Γαλλίας».
Το ερώτημα λοιπόν που γεννιέται είναι πολύ ουσιαστικότερο ακόμη και από την ίδια την επιβίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα εξακολουθήσουμε να απολαμβάνουμε την όση δημοκρατία μάς αναλογεί ή μήπως με το πρόσχημα της «εθνικής» κυριαρχίας θα υιοθετήσουμε τα αυταρχικά μοντέλα του παρελθόντος;
Είναι όμως όλα χαμένα; Υπάρχει μήπως κάποια ελπίδα αρχικά να σώσουμε την παρτίδα και στη συνέχεια να προσπαθήσουμε να την κάνουμε να λειτουργήσει εποικοδομητικά για το συμφέρον όλων μας; Κατά τη γνώμη μου, τίποτε ακόμη δεν έχει χαθεί οριστικά.
Δύο βασικά πράγματα πρέπει να γίνουν όμως για να βγούμε από το τέλμα που οδηγεί την Ε.Ε. στην καταστροφή και τις φτωχότερες χώρες, όπως η Ελλάδα, στην εξαθλίωση. Να αποδεχτούν όλοι το γερμανικό σχέδιο ανεξαρτήτως των οικονομικών συμφερόντων που μπορεί να το διακατέχουν και να αποτρέψουν τον αποκλεισμό της χώρας μας καθιστώντας τη μια σύγχρονη «Σπιναλόγκα».
Την απομόνωση της Ελλάδας, την οποία δεν κατάφερε να επιτύχει η σκληρή πολιτική της τρόικας, έρχεται να υλοποιήσει τώρα η λογική των κλειστών συνόρων. Μια πολιτική πίσω από την οποία δεν κρύβονται απλώς κάποια κοντόφθαλμα οικονομικά συμφέροντα των εμπλεκομένων στο οδοιπορικό των προσφύγων προς τη γη της επαγγελίας τους.
Κυρίως αναδεικνύονται κάποιες παλιές αλλά, όπως φαίνεται, όχι ξεχασμένες εθνικές διαμάχες μεταξύ των χωρών της Ευρώπης, όπως εκείνες της Ρουμανίας με την Ουγγαρία και την Αυστρία, της Αλβανίας με τα Σκόπια και άλλες οι οποίες απετέλεσαν αιτίες ή αφορμές μεγάλων στρατιωτικών συγκρούσεων κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα. Η Ενωμένη Ευρώπη έκρυψε αυτά τα ζητήματα κάτω από το χαλί της οικονομικής ευημερίας. Με ένα απατηλό οικονομικίστικο σχέδιο για το μέλλον εξασφάλιζε τα προσωρινά οφέλη τού σήμερα.
Δεν έμαθε ποτέ στην πραγματικότητα να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις και τα προβλήματα με δραστικές λύσεις. Τώρα όμως έφτασε η ώρα που η Ε.Ε. πρέπει να αλλάξει πολιτική, αν θέλει να διατηρηθεί αρραγής και να διατηρήσει ένα μικρό μέρος από την καταρρέουσα υπερηφάνειά της ώστε να εξακολουθήσει να μετράει ο λόγος της.
Η περίπτωση της επιβίωσης της Ελλάδας αποτελεί μεγάλη πρόκληση για το μέλλον της. Μια οικονομικά μικρή χώρα καλείται να αποτελέσει πλέον όχι μόνο την πύλη εισόδου αλλά και την προσωρινή κατοικία όλων αυτών που ένας τεχνητός, κατά πολλούς αναλυτές, πόλεμος φέρνει στην Ευρώπη. Να δώσει έστω και προσωρινές λύσεις σε ένα τεράστιο παγκόσμιο πρόβλημα, πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθος που της αναλογεί, απλά και μόνο επειδή βρέθηκε γεωγραφικά κοντύτερα στο πεδίο των εξελίξεων.
Αν η Ευρώπη δεν στηρίξει αυτή τη δύσκολη προσπάθεια της Ελλάδας και δεν μπορέσει να προστατεύσει τη συνοχή της περιφρουρώντας τα γεωγραφικά άκρα της, τότε σίγουρα πολύ γρήγορα δεν θα μπορέσει να αντισταθεί στην εσωτερική λαίλαπα του φανατικού εθνικισμού, ο οποίος θα την οδηγήσει με ασφάλεια στα μονοπάτια του μίσους.
Οι πολιτικές, οικονομικές, ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των χωρών μας μπορούν να περιμένουν. Θα έχουμε τον καιρό να καταλήξουμε στο ποιος έχει δίκιο και ποιος δεν έχει και να αποδώσουμε τις ευθύνες σε όποιους αναλογούν. Αυτά μπορούν να περιμένουν.
Η απαξίωση της ηπείρου μας, οι επερχόμενες καταστροφές και το αβγό του φιδιού, όμως, δεν περιμένουν. Ή τελειώνουμε μαζί τους ή μας τελειώνουν μια και καλή όλους. Φτωχούς και πλούσιους, δεξιούς και αριστερούς, οραματιστές και ρεαλιστές.
*Ο Νίκος Παπαδάκος είναι χημικός μηχανικός, πρόεδρος του Δ.Σ. του Δικτύου Επιχειρηματικότητας Καινοτομίας Ανάπτυξης (ΔΕΚΑ)