Επικουρική Ασφάλιση.  Ένα ευρύ πεδίο προβληματισμού.

Δημιουργική σαφήνεια vs Δημιουργικής ασάφειας

του Νίκου Παπαδάκου

05-06-2015

Η πορεία του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης της χώρας είναι συνδεδεμένη με μακρόχρονες ιστορικές αντιπαραθέσεις, κυβέρνησης με αντιπολίτευση, λαού με εξουσία και σήμερα Ελλάδας με Ευρωπαίους εταίρους.
Το να προτείνει κανείς (και μάλιστα έξω από τον χορό) ενδεικνυόμενες λύσεις για τους διαπραγματευτές την ώρα της τελικής κρίσης θα ήταν μάλλον αμετροέπεια και άνευ ουσίας.
Απλά οι κάποιες επισημάνσεις που θα ακολουθήσουν στόχο έχουν την διασαφήνιση κάποιων εννοιών οι οποίες πολλές φορές δεν είναι ξεκάθαρες ούτε απέναντι στην ίδια την νομοθεσία που τις εισήγαγε.
Η σύγχυση επομένως που επικρατεί στη δομική μορφή της "κυρίας" με εκείνη της "επικουρικής" ασφάλισης τόσο ως προς την προέλευση του σκοπού της όσο και προς τη διοικητική διάρθρωσή της είναι μάλλον φυσιολογική.
Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ τους συνίσταται κυρίως στο γεγονός ότι η κυρία ασφάλιση αποτελεί ικανοποίηση συνταγματικής επιταγής η οποία επιβάλλει στο Κράτος την εξασφάλιση ενός στοιχειώδους οικονομικού επιπέδου για όλους τους πολίτες της χώρας όταν το γήρας, η αναπηρία ή ο θάνατος δεν τους επιτρέπουν την άσκηση των οικονομικών δραστηριοτήτων τους.
Η συμμετοχή των πολιτών στην Κυρία σύνταξη για την εξασφάλιση τους είναι υποχρεωτική από το νόμο αφού θεωρείται πολιτικό καθήκον όπως η αναγκαστική παιδεία και η στράτευση.
Σε πιθανή απορία κάποιου από τους συμπολίτες μας αναφορικά με το γιατί πρέπει να υποχρεούται να συμμετάσχει στην διαδικασία της κυρίας σύνταξης εφόσον εκείνος δεν το επιθυμεί η απάντηση είναι σαφής και ξεκάθαρη. Η οικονομική εξασφάλιση των πολιτών θεωρείται δημόσιο αγαθό επειδή επηρεάζει θετικά την κοινωνική συνοχή αφού ο κάθε εξαθλιωμένος από την ανέχεια συνάνθρωπός μας μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο για τον ίδιο του τον εαυτό και για το κοινωνικό σύνολο μια και η παραβατική συμπεριφορά ακολουθεί στις πλείστες των περιπτώσεων την μεγάλη οικονομική αδυναμία.
(Αντίστοιχα για τους ανέργους πολίτες το Συνταγματικό αυτό καθήκον της εξασφάλισης τους αναλαμβάνει η Πρόνοια.)
Η χρηματοδότηση της Κυρίας σύνταξης δημιουργείται από πόρους προερχόμενους από τρεις άξονες και συγκεκριμένα τις
εισφορές ασφαλισμένων, εργοδοτών (όπου υφίστανται σαν "κοινωνικοποιημένος μισθός") και κράτους ( κυρίως για το "κοινωνικό" τμήμα της παροχής όπως τα κατώτατα όρια, η ανεργία κλπ).
Η δομή του συστήματος γίνεται λειτουργική και αποτελεσματική με την ύπαρξη περιορισμένου αριθμού των ασφαλιστικών παρόχων με βάση την επαγγελματική τους δραστηριότητα ( μισθωτοί, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες) και όχι με την πολυδιάσπαση του. Στην Ελλάδα όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα επικράτησε το πολυάριθμο και ανομοιογενές σύστημα συνταξιοδοτικών φορέων το οποίο όμως ευτυχώς βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε εξυγιαντική πορεία.
Το έργο της Κυρίας σύνταξης δεν περιορίζεται σε αναλογικές παροχές προς τους δικαιούχους της σύμφωνα με τις εισφορές τους κατά την διάρκεια της  οικονομικής δραστηριότητας εκάστου εξ αυτών αλλά έχει σαφή τον ρόλο του αναδιανεμητή προστατεύοντας με αυτόν τον τρόπο τόσο τα κατώτερα όρια συντάξεων όσο και υποστηρίζοντας τις μικρομεσαίες  κλίμακες δικαιούχων σε σχέση με τα ανώτερα επίπεδα των ασφαλισμένων.
Την ώρα λοιπόν που η Κυρία σύνταξη επιτελεί το κοινωνικό της έργο στα πλαίσια των επιταγών του συντάγματος η επικουρική σύνταξη αν και νομοθετικά θεμελιωμένη εν τούτοις προκαλείται από συλλογικές και όχι κοινωνικές επιδιώξεις.
Η πρόθεση της είναι να βελτιώσει τις παροχές της Κυρίας ασφάλισης προς τα μέλη του αντίστοιχο συλλογικού φορέα που υποστηρίζει.
Το μέγεθος στο δικαίωμα της επικουρικής σύνταξης κατοχυρώνεται με μοναδικό κριτήριο την αναλογία των εισφορών του κάθε δικαιούχου προς τα επικουρικά ταμεία και με παντελή έλλειψη του αναδιανεμητικού χαρακτήρα.
Η έλλειψη του στοιχείου αυτού δημιουργεί σε κάποιους ερωτήματα σχετικά με το αν μπορεί το κάθε επικουρικό ταμείο να θεωρηθεί ότι συμμετέχει στην κοινωνική ασφάλιση όπου συμμετέχουν μόνο οι φορείς με χαρακτήρα αναδιανεμητικό και όχι όσοι ακολουθούν την φιλοσοφία του κεφαλοποιητικού συστήματος όπως π.χ οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.
Η χρηματοδότηση της επιτυγχάνεται από αποκλειστικές εισφορές των ασφαλισμένων, από συμμετοχή των εργοδοτών και ενίοτε από κοινωνικούς πόρους.
Το περίεργο και για την ακρίβεια το παράλογο είναι ότι η ως άνω ποικιλία οφείλεται σε καταλυτική παρέμβαση του κράτους (νομοθετική πρωτοβουλία).
Έτσι η πολιτεία απέκτησε δικαιώματα εκεί που δεν δικαιούται (αυτοχρηματοδοτούμενοι και γι' αυτό δικαιούμενοι αυτοδιοικήσεως οργανισμοί), ανέλαβε υποχρεώσεις ως μη όφειλε (αναλαμβάνοντας την ευθύνη της οικονομικής τους πορείας) και ανέχθηκε ακραίες περιπτώσεις ( διαχωρισμός φορέων όταν ασφαλισμένοι και πηγή χρηματοδότησης ταυτίζονται).
Ίσως μάλιστα το γεγονός ότι η σύγχρονη συγκυρία έχει αναγάγει το ασφαλιστικό και ειδικά την επικουρική σύνταξη σε καθοριστικό παράγοντα της οικονομικής πορείας στην Ευρώπη ίσως να επιβάλλει την αύξηση του προβληματισμού ανάμεσα σε πολιτικούς και πολίτες σχετικά με το αποτελεσματικότερο μέλλον του θεσμού.
Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι έχουν γίνει πολλές φορές προσπάθειες εξυγίανσης τα τελευταία χρόνια και ότι το σημαντικότερο στοιχείο προς την επιλογή της σωστής κατεύθυνσης που πρέπει να κινηθεί η πολιτεία περνάει μέσα από την συνειδητοποίηση της ειδοποιού διαφοράς "Κυρίας" και "Επικουρικής" σύνταξης.
Πιθανότατα μάλιστα και παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, από φύση του, η επίλυση ενός τέτοιου ακανθώδους και πολυποίκιλτου ζητήματος, η κρίσιμη ώρα της χώρας να σηματοδοτεί την ευκαιρία, η σύγχρονη συγκυρία να μετατραπεί σε δημιουργική καταστροφή.