Στοχεύοντας στην επανεκκίνηση της οικονομίας
• 04.03.2015
Του Νίκου Παπαδάκου *

Η κρίση του 2008 συνοδεύτηκε στη χώρα μας από την υιοθέτηση πολιτικών οι οποίες σχεδιάστηκαν κυρίως από τους πιστωτές και που είχαν σαν αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση της κατανάλωσης, λόγω της μεγάλης μείωσης της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων, την δραματική αύξηση της ανεργίας και την κατάρρευση του παραγωγικού ιστού.

Το γεγονός ότι η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας είναι τέτοια ώστε η κατανάλωση να συμβάλλει κατά το μεγαλύτερο μέρος στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν (το 2013 το μερίδιο ιδιωτικής κατανάλωσης στη χώρα μας έφτασε στο 71.2% του ΑΕΠ την ίδια ώρα που ο μέσος όρος της ευρωζώνης άγγιζε το 56%, της Ρωσίας το 52% ενώ στην Κίνα μόλις ξεπερνούσε το 34%. Ένα ποσοστό που ακολουθεί περισσότερο τα πρότυπα των Η.Π.Α – περίπου 70% για το 2013 – παρά τα των υπολοίπων, στο ευρώ, εταίρων μας) δημιουργεί μεγάλα εμπόδια στην σταθεροποίηση της οικονομίας και στην ανάπτυξη.
Με την πρώτη κιόλας ανάγνωση των ποσοστών διακρίνει κανείς το αδιαμφισβήτητο! Η οικονομία μας βασίζεται και στηρίζεται στην καταναλωτική δυνατότητα των Ελλήνων και επομένως η επιδιωκόμενη από τους πολιτικούς, τουλάχιστον κατά δήλωση τους, ανάπτυξη της χώρας, στο πρώτο της στάδιο, περνάει υποχρεωτικά από την αναβάθμιση αυτής της δυνατότητας. Παράλληλα όμως θα πρέπει να υπάρξουν πολιτικές αλλαγής αυτού του προτύπου προς την κατεύθυνση μιας οικονομίας που επενδύει και παράγει, αυξάνει τις εξαγωγές και με αυτό τον τρόπο ο παράγοντας κατανάλωση επηρεάζει σε μικρότερο βαθμό την ανάπτυξη της οικονομίας.
Αυτή όμως η αλλαγή του μοντέλου της οικονομίας επιτυγχάνεται με μεγάλη προσπάθεια και σε βάθος χρόνου. Για να μην ακολουθήσουμε την φιλοσοφία του ρητού του Χότζα που ο γάιδαρος του μόλις έμαθε να μην τρώει ψόφησε και να επιβιώσουμε έως ότου ολοκληρωθεί το νέο πρότυπο ανάπτυξης, θα πρέπει να σχεδιαστούν πολιτικές άμεσης τόνωσης της κατανάλωσης και ιδιαίτερα μέσω της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Κάτι τέτοιο άλλωστε ( κυρίως οι θέσεις εργασίας σε καινοτόμους τομείς) συνάδει με την αλλαγή οικονομικού προτύπου το οποίο επιδιώκεται.
Το πως μπορεί να επιτευχθεί αυτή η αύξηση της άμεσης κατανάλωσης είναι πολύ εύκολο να σχεδιαστεί αλλά ταυτόχρονα αρκετά δύσκολο να υλοποιηθεί. Είναι δύσκολο γιατί η αύξηση του ΑΕΠ της χώρας δεν χρειάζεται μόνο το θεσμικό πλαίσιο και τα λοιπά νομοθετήματα καθώς και τις εργασιακές συνθήκες που θα ευνοήσουν την δημιουργία του κατάλληλου περιβάλλοντος που απαιτεί η υγιής ανάπτυξη. Χρειάζεται την κοινωνική ηρεμία και την ασφάλεια που θα εξασφαλίσει στους κατοίκους αυτής της χώρας, εργοδότες και εργαζομένους , το περιβάλλον που απαιτείται για την πρόοδο.
Αυτή η ηρεμία και η ασφάλεια χρειάζεται τη λήψη μέτρων που σχετίζονται με την αποδέσμευση ενός μεγάλου μέρους του Ελληνικού λαού από παράγοντες που φρενάρουν την κατανάλωση και δημιουργούν ένα κλίμα απαισιοδοξίας και μιζέριας στη χώρα όπως τα βάρη προς Τράπεζες, Δημόσιο και Ασφαλιστικά Ταμεία τα οποία θα κρατούν δέσμιους τους καταναλωτές επ' άπειρον μια και κάτω από τις παρούσες οικονομικές συνθήκες του τόπου αποκλείεται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Η παραγωγική διάθεση των Ελλήνων μειώνεται ακόμη περισσότερο από την πίεση που ασκούν σε καθημερινή βάση επάνω τους οι εισπρακτικές εταιρείες που στην προσπάθεια τους να επιτύχουν να συλλέξουν ένα ασήμαντο μέρος των χρεών καταφέρνουν να μειώσουν κατά πολύ την διάθεση για παραγωγικότητα στη χώρα ώστε τελικά το πρόσημο του ισοζυγίου να είναι άκρως αρνητικό.
Άμεσες λύσεις που θα άλλαζαν άρδην το κλίμα της αγοράς θα μπορούσαν να είναι το πάγωμα των οφειλών έως ότου αλλάξουν οι οικονομικές συνθήκες και γίνει ουσιαστικά εφικτή μία ρύθμιση (για να έχει διάρκεια αυτή η ρύθμιση ) καθώς και τη διαγραφή μέρους αυτών που αντικειμενικά δεν θα μπορούσαν ποτέ να εισπραχθούν ώστε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να κάνει μια νέα αρχή. Επίσης η επανεκκίνηση του Τειρεσία από μηδενική βάση και η επανεξέταση του τρόπου λειτουργίας και της χρήσης του θα υποβοηθούσε θετικά προς αυτή την κατεύθυνση.
Σε αυτό το νέο κλίμα που θα διαμορφωθεί σημαντικό ρόλο θα παίξει η άμεση παροχή ρευστότητας στην οικονομία είτε τραπεζική είτε μέσω προγραμμάτων του ΕΣΠΑ. Εννοείται ότι οι τομείς που θα πρέπει αρχικά να πριμοδοτηθούν θα σχετίζονται με την επανεκκίνηση της παραγωγικότητας της οικονομίας μας και όχι με την κάλυψη των αναγκών επιβίωσης της διαπλεκόμενης ολιγαρχίας. Αυτής δηλαδή της διεφθαρμένης κάστας που τις μέρες της κρίσης αναγκάζεται να διεκδικεί και να κερδίζει κάθε δυνατό έργο, ακόμη και ζημιογόνο, για να μπορεί να χρηματοδοτήσει τους αδηφάγους μηχανισμούς που την κρατούν ζωντανή.
Ο τρόπος με τον οποίον θα αποφασιστεί να υλοποιηθεί το ΕΣΠΑ και ιδιαίτερα η πολιτική απόφαση της πρόκρισης προώθησης μεσαίου μεγέθους επενδυτικών προτάσεων αντί των πολύ μεγάλων ή των πολύ μικρών που ευνοούνται σήμερα, θα αναδείξει την πρόθεση της κυβέρνησης να δημιουργήσει μία νέα επιχειρηματική πραγματικότητα απαλλαγμένη από τα βαρίδια του παρελθόντος. Δεν είναι δυνατόν να επανεκκινήσεις την οικονομία σου χωρίς να απαλλάξεις το επιχειρηματικό περιβάλλον από τα στοιχεία εκείνα που την έφεραν στην δεινή θέση που βρίσκεται τώρα. Πρέπει να δημιουργήσουμε νέες επιχειρηματικές μονάδες που θα έχουν το κατάλληλο μέγεθος που τους εξασφαλίζει την βιωσιμότητα, την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια. Μονάδες που θα διοικούνται από ικανούς ανθρώπους οι οποίοι με γνώμονα αποκλειστικά την πρόοδο θα προσφέρουν θέσεις εργασίας και θα συμβάλλουν στην κοινωνική ευημερία.
Είναι ανεδαφικό να πιστεύεις ότι επιδοτώντας μικροεπενδύσεις ύψους τριάντα και σαράντα χιλιάδων ευρώ θα προωθήσεις κάτι άλλο παρά την δημιουργία αναλώσιμων μικρό- υπεργολάβων, μικρής μάλιστα διάρκειας ζωής, που θα φυτοζωούν στην υπηρεσία των μεγαλοεργολάβων που κατέχουν, μέχρι και αυτή τη στιγμή, ολοκληρωτικά την χώρα.
Αυτή η συγκεκριμένη πολιτική πολυδιάσπασης των προγραμμάτων επιχορήγησης που ακολούθησαν κατά κόρον οι προηγούμενες κυβερνήσεις, με το πρόσχημα της μείωσης της ανεργίας, αφενός μεν δεν κατάφερε να απορροφήσει μεγάλο μέρος των διατιθεμένων προς την χώρα κοινοτικών κονδυλίων, αφετέρου δε δημιούργησε έναν άβουλο στρατό (κατ΄επίφαση επιχειρηματικό κόσμο) που λόγω της αδυναμίας του, βρισκόταν πάντα στην ομηρία τόσο των ολιγαρχών όσο και των υπηρεσιών του κράτους, τροφοδοτώντας παράλληλα την διαφθορά και την διαπλοκή.
Τέλος στην καταπολέμηση της φτώχειας της ανεργίας και της κατακόρυφης πτώσης της κατανάλωσης και στην δημιουργία του νέου κλίματος πέραν των ιδιωτικών επενδύσεων τον πιο σημαντικό ρόλο θα παίξει η επανέναρξη προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων που πέραν της άμεσης οικονομικής ευημερίας που θα επιφέρει θα θέσει τις βάσεις για περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της δημιουργίας σύγχρονων υποδομών. Άλλωστε αυτό είναι και το μοντέλο που έχει ανάγκη και η ίδια η Ευρωζώνη για να πάψει να ταλανίζεται από την ύφεση και τον αποπληθωρισμό και να αποφύγει μία πιθανή "χαμένη δεκαετία".
* Ο Νίκος Παπαδάκος είναι χημικός μηχανικός και επιχειρηματίας

Αναδημοσίευση από την "Avgi.gr"