Παραμύθι για μεγάλους
• 08.02.2015
Του ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΟΥ (*)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας αγρότης. Ζούσε ήσυχα με την γυναίκα του και τα δύο παιδιά του, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Είχε τα χωράφια του, που τα δούλευε από τα άγρια χαράματα μέχρι το βαθύ σκοτάδι.

Φρόντιζε με τη βοήθεια της γυναίκας του τις κοτούλες και τα προβατάκια του και έτσι η οικογένειά του είχε καθημερινά τα αβγά και το γάλα που χρειαζόταν. Κάποιες φορές, όταν ο Θεός δεν ήταν και τόσο ευσπλαχνικός μαζί τους και η παραγωγή τους δοκιμαζόταν από τα καιρικά και τα άλλα φαινόμενα, ο αγρότης αναγκαζόταν να δανείζεται από τον πλούσιο σαράφη του χωριού, υπογράφοντας κάποια χαρτιά με τα οποία υποθήκευε το βιός του, που ήταν μαζί η ζωή του και το μέλλον των παιδιών του. Εκείνες τις χρονιές που ακολουθούσαν τον δανεισμό , ο αγρότης και μαζί και όλα τα μέλη της οικογένειας του, δούλευαν ακόμη περισσότερο, άφηναν στην άκρη όλα τα άλλα ενδιαφέροντα που μπορεί να είχαν κυρίως τα παιδιά του ή η γυναίκα του, έσφιγγαν πιό πολύ το ζωνάρι και στο τέλος κατάφερναν να αποπληρώνουν, τουλάχιστον εκείνο το μέρος του χρέους που δεν θα δημιουργούσε εμπλοκή στις σχέσεις τους με τον πλούσιο τοκογλύφο. Μέχρι που κάποια στιγμή ήρθε και εγκαταστάθηκε στα μέρη τους ο καλός πολίτης Ευρώπειος.
Ο Ευρώπειος από την πρώτη κιόλας στιγμή που πάτησε το πόδι του στην περιοχή άρχισε να περιδιαβαίνει τα βουνά και τα λαγκάδια του τόπου συναντώντας τους χωρικούς κηρύσσοντας την αλλαγή που θα έφερνε σε όλα. Το χωριό θα γινόταν η γη της επαγγελίας κάτι σαν αυτά που διάβαζαν στα μυθιστορήματα. Ουρί του παραδείσου (ανατολικής κυρίως προέλευσης) θα κερνούσαν τους αγρότες με νερό που καίει και άλλα εκλεκτά ντρινκς σε πολύχρωμα μπαρ που θα αντικαθιστούσαν τα παλιομοδίτικα καφενεία με τα ίδια και τα ίδια τσίπουρα και ούζα, μεγάλα και δυνατά αυτοκίνητα θα έπαιρναν την θέση του σαραβαλιασμένου τρακτέρ που ήθελε δέκα βλαστήμιες και δύο προσευχές κάθε μέρα για να πάρει μπρος, μοντέρνα ρούχα και παπούτσια θα έστελναν στα σκουπίδια κι ακόμη παραπέρα τα φθαρμένα από την χρήση και βρώμικα από την δουλειά κουρέλια. Όσο για το λογαριασμό για όλα αυτά, κανένα πρόβλημα. Θα πλήρωνε ο φίλος τους για όλα!
Μα πάνω απ' όλα ο νέος φίλος τους θα φρόντιζε να απαλλάξει τον αγρότη μας και την οικογένεια του από την ανάγκη να ξυπνάνε πριν να βγει ο ήλιος, να στάζουν από ιδρώτα τα καλοκαίρια και να παγώνουν τους χειμώνες, να πονάει το κορμί τους από τόσες ώρες μάχη με τη γη και να τους παίρνει ο ύπνος πριν καλά καλά ακουμπήσουν στο μαξιλάρι!
Ήρθε η ώρα να ξεκουραστεί αυτός και η φαμελιά του. Το πρωί καφεδάκι (φραπέ στην αρχή εσπρέσσο και φρέντο αργότερα ) το μεσημέρι ξεκούραση και τη νύχτα όση διασκέδαση δεν είχαν καν ονειρευτεί. Και τι ζητούσε ο φίλος τους ο Ευρώπειος? Σχεδόν τίποτε απολύτως. Μάλιστα προθυμοποιήθηκε να τους δώσει και λίγα παραπάνω χρήματα όχι για να να κάνουν κάτι που θα τους κουράσει αλλά για να μην κάνουν τίποτα! Τόσο καλός άνθρωπος ήταν ο Ευρώπειος. Τους έδινε χρήματα για να σταματήσουν να παράγουν όλα εκείνα τα ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα προϊόντα! Τους έδινε λεφτά για να μην κάνουν τίποτα!
Ο αγρότης μας δεν πείστηκε αμέσως για τις προθέσεις αυτού του άγιου ανθρώπου αν και άκουγε τα σχολιανά του από την γυναίκα του και τα παιδιά του καθημερινά. Πήγε στον δήμαρχο, στον παπά, στον δάσκαλο. Ακόμη και στον χωροφύλακα πήγε. Μίλησε και με όλους τους γείτονες και τους φίλους. Παντού σχεδόν άκουγε τα ίδια. Η Ελλάς ανταμείβεται από τους φίλους της είπε με στόμφο ο δήμαρχος, δεν σας τα έλεγα εγώ, ο Θεός μας βοηθά που είμαστε πιστοί τον διαβεβαίωσε ο παπάς, ο τόπος μας παίρνει αυτά που του αξίζουν δήλωσε βαθυστόχαστα ο δάσκαλος. Μήπως στην πραγματικότητα είσαι εχθρός του χωριού μας αναρωτήθηκε ο χωροφύλακας. Και άκουσε κι άλλους φίλους του και γείτονες να κάνουν σχέδια για ένα αύριο που είχε στερήσει από αυτούς και τους γονιούς τους για αιώνες η ζωή. Τους είδε να ονειρεύονται και ονειρεύτηκε κι αυτός. Και σιγά σιγά ο χριστιανός μπερδεύτηκε, αφέθηκε στα μεγάλα λόγια και μπλέχτηκε.
Όταν βγήκε από το όνειρο που βυθίστηκε εκείνο το πρωινό είχαν περάσει κοντά 30 χρόνια. Η γη του κακοδουλεμένη από άπειρους για τέτοια δουλειά παραγιούς είχε χάσει τη ζωντάνια της, αυτή τη ζωντάνια που παλιότερα έκανε το κάθε της δέντρο να μοιάζει στα μάτια του σαν μια ξεχωριστή αγαπημένη μορφή που μπορούσε να μοιραστεί μαζί της τα βάσανα και τις ελπίδες του. Η παραγωγή μικρή, προπουλημένη και κακής ποιότητας. Ενδιάμεσα κάπου στην πορεία τα δώρα που έδινε ο Ευρώπειος στην αρχή αντικαταστάθηκαν από δάνεια. Φιλικά βέβαια δάνεια που του έδινε απλόχερα όλα αυτά τα χρόνια ,όχι ο γεροτοκογλύφος , που είχε πια πεθάνει, αλλά ο γιός του και όχι στο στοιχειωμένο παλιό σαράφικο αλλά στο πανέμορφο γραφείο του- κάπως BANK το έλεγαν - συνοδευόμενα από ουίσκι (σκέψου πως κάποτε οι αμόρφωτοι οι πατριώτες του το έλεγαν το νερό που καίει) και ξεροκάρπια και πολλές συζητήσεις για διακοπές στη Μύκονο και ομόλογα. Και το αποκορύφωμα ήρθε πριν από λίγους μήνες όταν ο αθεόφοβος ο γιός του σαράφη, χωρίς να σεβαστεί το γεγονός ότι τον ήξερε ο αγρότης μας από παιδάκι, του έκανε τα δάνεια "αμέσως απαιτητά" Σε άλλη περίπτωση θα του έπαιρνε ότι είχε και δεν είχε και πάλι θα χρωστούσε ακόμη περισσότερα.
Τα παιδιά του που στο μεταξύ, με τη βοήθεια πάντα του Ευρώπειου, είχαν βολευτεί στην πόλη χρωστούσαν σε μία άλλη κάπως BANK περισσότερα από όσα θα έβγαζαν με σκληρή δουλειά σε όλη τους την υπόλοιπη ζωή οπότε όχι μόνο δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν αλλά έστρεψαν τα μάτια προς εκείνον ζητώντας στήριξη.
Ο αγρότης μας σκέφτηκε πολύ. Ζύγισε τα υπέρ και τα κατά. Αναλογίστηκε τα λάθη του και μέτρησε τις δυνάμεις του. Και σκέφτηκε ξανά και ξανά. Κοιμήθηκε πάνω στις σκέψεις του και το πρωί ξεκίνησε για την ΤάδεBank, παραμέρισε γραμματείς και βοηθούς που προσπάθησαν να τον αποτρέψουν και στάθηκε απέναντι από τον γιό του τοκογλύφου και του είπε.
"Άκουσε νεαρέ μου, σου μιλώ εγώ που με τον ιδρώτα μου και τη δουλειά μου έθρεψα και σένα και την Τράπεζα σου. Υπάρχουν δύο μόνο λύσεις στην περίπτωση που μας ενώνει. Η πρώτη λύση είναι να τα πάρεις όλα, να καταστρέψεις εμένα και την φαμίλια μου και να ικανοποιήσεις την επιθυμία σου να παραδειγματίσεις όλους τους άλλους συγχωριανούς μας που σου χρωστάνε ώστε να σε πληρώσουν. Πίστεψε με, σου μιλάω με όση σοφία μου έδωσαν αυτά τα χρόνια και με όσα τυχαίνει να γνωρίζω, δεν πρόκειται να καταφέρεις να πάρεις ούτε τα μισά από όσα σου χρωστάνε γιατί απλά δεν υπάρχουν αυτά τα χρήματα πουθενά. Ταυτόχρονα θα φοβάσαι να βγεις χωρίς παλικαράδες στο χωριό γιατί όλο και κάποιος θα σε παραφυλάει. Μάλιστα στείλε μαντάτα και στον φίλο σου τον Ευρώπειο ότι μόλις βρεθεί κάποιος άλλος να διεκδικήσει τα πόστα σας ,ακούω για κάποιον Αμερικάνιο που γυρίζει στα προάστια και τάζει ότι τάζατε και σεις, δεν θα δυσκολευτεί καθόλου να το κάνει γιατί θα έχει τους πάντες με το μέρος τους. Σου προτείνω λοιπόν να ακούσεις και την δεύτερη λύση. Αυτή τη λύση που σου σιγουρεύει τα δανεικά που μου έδωσες κρατάει για πάντα φιλική την σχέση μας μια και στην ουσία κάνει τη φάρμα μου μεσιακιά μαζί σου.
Θα σου δίνω κάθε χρόνο τα μισά από όσα θα μένουνε από το κτήμα αφού πρώτα θα έχουμε πληρώσει για τα σανά και τους σπόρους, έχουμε ξοφλήσει τα λιπάσματα και τα μεροκάματα και θα έχουμε ξαναφτιάξει το χωράφι για να μπορεί να αποδώσει παραπάνω και για τους δύο μας.
Ξέρω ότι μέσα σου δεν πιστεύεις ότι μπορώ εγώ και η οικογένεια μου να φτιάξουμε το χωράφι που αγρίεψε από τόσα χρόνια κακομεταχείρισης. Ξέρω ότι δεν πιστεύεις ότι μπορούμε να αλλάξουμε συνήθειες να ξαναγυρίσουμε στη βαριά δουλειά ούτε ότι μπορούμε να μειώσουμε τα ρεγάλα και τα τραπεζώματα των παρασίτων που σαν τσιμπούρια κολλάνε σε αυτούς που κυβερνάνε τον τόπο.
Για να πειστείς λοιπόν ότι δεν σε κοροϊδεύω σε καλώ να βάλουμε μαζί τους κανόνες που πάνω τους θα φτιάξουμε ξανά τη φάρμα όπως παλιά.
Και μόλις σε ξοφλήσω, από το περίσσεμα μου, τότε φεύγεις και με αφήνεις να ζήσω τα λίγα χρόνια που θα μου μένουν ήρεμα με την οικογένεια μου και που και που θα έρχομαι να με κερνάς κανένα τσιπουράκι και να μιλάμε για τα παλιά".
Ο γιός του τοκογλύφου έμεινε για λίγο σκεφτικός. Χωρίς άλλη κουβέντα σήκωσε το τηλέφωνο κάλεσε τον Ευρώπειο και του είπε:
"Ευρώπειε, άκουσε την πρόταση που μας έκανε ο μπαρμπαέλληνας, ο αγρότης με τη φάρμα με τα κοτόπουλα και τα προβατάκια.
Να μετατρέψουμε την δανειακή σχέση μαζί του από απλό δανεισμό σε δάνειο με ρήτρα ανάπτυξης και αφού συμφωνήσουμε στους όρους διαχείρισης και ανάπτυξης της φάρμας ώστε να εξασφαλίσουμε την μεγαλύτερη αποδοτικότητα αυτής να τον βοηθήσουμε να πετύχει καλύτερα αποτελέσματα για να πάρουμε πιο γρήγορα πίσω τα χρήματά μας. Στην ουσία μας βάζει συνεταίρους σε μία επένδυση που αν τροποποιήσουμε το θεσμικό καθεστώς της και ελέγξουμε τα έξοδα πιστεύω ότι θα πάει πολύ καλά μια και το χωράφι του αξίζει. Και μάλιστα πολύ περισσότερο με εκείνον στο τιμόνι του παρά ακυβέρνητο".
Το τι απάντησε ο Ευρώπειος, που είχε ήδη μιλήσει με τον Αμερικάνιο ο οποίος συμφωνούσε με αυτή την δίκαιη λύση, δεν το έχουμε μάθει ακόμη, αν και πιστεύω ότι και σε αυτό το παραμύθι για μεγάλους, το τέλος δεν θα διαφέρει από τα παραμύθια για παιδιά. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα...

(*) Ο Νίκος Παπαδάκος είναι χημικός μηχανικός και επιχειρηματίας

Αναδημοσίευση από την "Avgi.gr"