Άραγε οι δείκτες λένε πάντοτε την αλήθεια;
14.03.2015

Του ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΟΥ *


Ένα από τα πλέον σημαντικά θέματα που απασχόλησαν το σύνολο της ευρωπαϊκής αλλά και της παγκόσμιας αγοράς, είναι το κατά πόσον οι τελευταίες οικονομικές κυρίως εξελίξεις στην Ευρώπη (κυρίως) μπορούν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στην συνοχή αυτής της ίδιας της ευρωζώνης αλλά κατ επέκταση και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το θέμα από καιρό σταμάτησε να είναι απλά φιλοσοφικό και πλέον απασχολεί ουσιαστικά σήμερα τις κυβερνήσεις της γηραιάς ηπείρου αλλά και όλων των μεγάλων χωρών του πλανήτη.
Οι απόψεις που ακούγονται για το θέμα είναι τις περισσότερες φορές αντικρουόμενες και οι ερμηνείες που δίνονται συμπεριλαμβάνουν όλο το φάσμα των απόψεων από έγκυρες επιστημονικές εκτιμήσεις αναλυτών μέχρι απλές συνομωσιολογικές υποθέσεις και συμπεράσματα.
Ο δείκτης Euro Break-up Index EBI (δείκτης διάλυσης της ευρωζώνης) είναι ένας δείκτης που μετράει την πίεση που δημιουργείται μέσα στην ευρωζώνη από την οικονομική και νομισματική απόκλιση μεταξύ της Γερμανίας και των υπολοίπων χωρών αυτής. Οι υψηλότερες τιμές είναι εκείνες που σηματοδοτούν την πιθανότητα η ευρωζώνη να υποστεί διασπάσεις έως και διάλυση αυτής.
Ο δείκτης διαμορφώνεται σαν συνδυασμός δύο συνιστωσών - υποδεικτών. Της απόκλισης στους δείκτες ανεργίας (unemployment rates) και στα spreads των κυβερνητικών ομολόγων( spreads in govermental bond yields). Οι δύο υποδείκτες λαμβάνονται στα υπ' όψιν ισοδύναμα ώστε τελικά η τελική τιμή του δείκτη ΕΒΙ διαμορφώνεται κατά 50% από τον κάθε ένα από τους υποδείκτες.
Αναλυτικά ο πρώτος υποδείκτης στο ΕΒΙ δημιουργείται από την απόκλιση μεταξύ του δείκτη ανεργίας στην Γερμανία και του αντίστοιχου δείκτη ανεργίας στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης (υπολογίζεται ένας μέσος όρος των υπολοίπων χωρών ανάλογα με τον πληθυσμό της κάθε μιας από αυτές). Οι συγκεκριμένοι δείκτες ανεργίας υπολογίζονται με βάση τα μηνιαία στοιχεία του Eurostat.
Ο δεύτερος υποδείκτης του ΕBI διαμορφώνεται από το spread ανάμεσα στα Γερμανικά κυβερνητικά bonds και τη μέση τιμή των bonds των υπολοίπων χωρών μελών της ευρωζώνης. Η μέση αυτή τιμή διαμορφώνεται από το μέσο όρο του αντιστοίχου επιπέδου (κυβερνητικών) χρεών των λοιπών χωρών της ευρωζώνης. Για την δημιουργία αυτού του υποδείκτη λαμβάνονται στα υπ'όψιν για μεν τα κυβερνητικά bonds τα στατιστικά στοιχεία το ECB ( Long-term Interest Rates for Assesing Convergence) σε μηνιαία μέση τιμή ενώ τα στοιχεία για τα κυβερνητικά χρέη λαμβάνονται από το Eurostat.
Τον Φεβρουάριο 2015 ο δείκτης Euro Break-up Index -ΕΒΙ ( δείκτης διάλυσης της ευρωζώνης) ανήλθε σε ποσοστό 38% των ερωτηθέντων επενδυτών οι οποίοι δήλωσαν ότι αναμένουν διάλυση της ευρωζώνης μέσα σε λίγους μήνες.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τον Ιανουάριο του 2015 ο δείκτης κινήθηκε σε ποσοστό 14 μονάδων χαμηλότερα (24%).
Κατά την άποψη μιας μερίδας των αναλυτών αυτή η άνοδος του δείκτη δεν θα δημιουργήσει μεγάλες πιέσεις στις αγορές μια και οφείλεται σε αναίτιους φόβους από την αναμονή πληθωριστικών τάσεων στην Ευρώπη εξ αιτίας της απόφασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να κόψει 1 τρις ευρώ για στήριξη του τραπεζικού συστήματος της Ε.Ε.
Άλλωστε κάτι τέτοιο συμβαίνει συχνά και συνοδεύει τις πληθωριστικές τάσεις της Ευρώπης και την σχέση του ευρώ με το δολάριο.
Ενδεικτικό παράδειγμα για εξαγωγή συμπερασμάτων αναφέρουν ότι είναι οι περίοδοι που εμφάνισαν τα υψηλότερα και χαμηλότερα ποσοστά του δείκτη.
Συγκεκριμένα ο δείκτης EBI είχε καταγράψει τα υψηλότερα ποσοστά της τάξης του 73% τον Ιούλιο του 2012 με τον πληθωρισμός στο 2,6% (ανέβηκε μάλιστα στο 2,8% τον Αύγουστο). Στις 6 Σεπτεμβρίου 2012 η ΕΚΤ καθησύχασε τις χρηματαγορές ανακοινώνοντας δωρεάν άνευ ορίων υποστήριξη για όλες τις χώρες της ευρωζώνης που συμμετέχουν σε πρόγραμμα διάσωσης ή προληπτικό πρόγραμμα του EFSF/ESM, μέσα από Οριστικές Χρηματικές Συναλλαγές (γνωστές ως «OMT»), που χαμηλώνουν την απόδοση των ομολόγων και άρχισε έτσι η καθοδική πορεία του δείκτη που εμφάνισε τα χαμηλότερα ποσοστά του τον Ιούλιο του 2014 ( 7,6%) την ώρα που ο πληθωρισμός στην Ευρώπη κατέβαινε από το 0.4 % ετησίως στο 0.3% ( Αύγουστος 2014).
Για να κατανοηθεί η κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση αξίζει να σημειωθεί ότι τον Ιούλιο 2014 καταγράφηκε αρνητικός ετήσιος ρυθμός τιμών στη Βουλγαρία (-1,1%), την Ελλάδα (-0,8%), την Πορτογαλία (-0,7%), την Ισπανία (-0,4%) και τη Σλοβακία (-0,2%).
Ο υψηλότερος ρυθμός τιμών καταγράφηκε στην Αυστρία (+1,7%), τη Ρουμανία (+1,5%) και το Λουξεμβούργο (+1,2%). Συνολικά, σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν, ο πληθωρισμός μειώθηκε σε 13 κράτη - μέλη.
Αναφορικά με τον δείκτη τιμών παραγωγού, οι υψηλότερες μειώσεις καταγράφηκαν στο Βέλγιο (-0,9%), τη Δανία (-0,8%), την Ελλάδα (-0,7%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (-0,6%). Αντιθέτως, οι υψηλότερες αυξήσεις καταγράφηκαν στην Εσθονία (+1,7%) και στην Κύπρο (+1,1%).
Όμως η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που καταγράφουν οι αριθμοί. Ο φόβος για την διάλυση της Ε.Ε δεν έρχεται από τους φόβους των επενδυτών για τον πληθωρισμό αλλά ακριβώς από το αντίθετο. Δηλαδή από τον αποπληθωρισμό στην Ευρωζώνη (που δημιουργεί οικονομικά προβλήματα ιδιαίτερα στις χώρες του Ευρωπαϊκού νότου) και από την οικονομική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας και τις πιθανότητες εξόδου από την ευρωζώνη.
Ακόμη και ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αναφερόμενος, εκείνη μάλιστα την εποχή που τα φαινόμενα αποπληθωρισμού δεν είχαν φτάσει στα ακραία όρια που βρίσκονται σήμερα , στις αποπληθωριστικές πιέσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπη η ευρωζώνη και θέλοντας να προειδοποιήσει τις αγορές εξέφρασε την πεποίθηση ότι η νομισματική πολιτική μπορεί απλώς να κερδίζει χρόνο και υπό αυτήν την έννοια δεν αποτελεί λύση, σε αντίθεση με τις επενδύσεις, τις οποίες ανέδειξε ως την ενδεδειγμένη επιλογή.
Το ερώτημα όμως που δημιουργείται σήμερα σε όλους εμάς που με αγωνία παρακολουθούμε τα τελευταία γεγονότα (τα οποία αφορούν πρωτίστως την πατρίδα μας αφού την θέτουν στην πρώτη γραμμή των εμπλεκομένων σε μία άτυπη ενδοευρωζωνική σύγκρουση) μένει αναπάντητο.
Γιατί η δυνατή Γερμανία, η οποία άλλωστε διέγνωσε από νωρίς τον κίνδυνο της σκληρής νομισματικής πολιτικής εξακολουθεί να εμμένει, απέναντι στην Ελλάδα, σε μία αμεταχώρητη επικίνδυνη για την ευρωζώνη πολιτική;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι οικονομική μια και τα οικονομικά αποτελέσματα που θα προκύψουν από τις – τόσο σκληρές μέχρι στιγμής- διαπραγματεύσεις για την εξυπηρέτηση του Ελληνικού χρέους καμία ουσιαστική διαφοροποίηση δεν θα επιφέρουν στην βελτιστοποίηση των δεικτών της οικονομίας της ευρωζώνης.
Άρα η απάντηση είναι καθαρά πολιτική. Είναι απλά θέμα κυριαρχίας και παραδειγματισμού. Πρέπει να γίνει σαφές σε όλους τους εταίρους αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, το ποιά χώρα κάνει κουμάντο στην Ευρώπη, αυτή την κομβική εποχή, ώστε να διαπραγματευτεί το μέγεθος της δύναμής της στο διεθνές στερέωμα. Οι γεωπολιτικές άλλωστε εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή αναμένονται να είναι ραγδαίες και συγκεντρώνουν το σύνολο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος ώστε ο καθένας δυναμώνει την θέση του για να μπορέσει να έχει και τον αντίστοιχο ρόλο.
Όμως μήπως κανείς, όπως η Γερμανία στην συγκεκριμένη περίπτωση, κοιτάζοντας το εγγύτερο μέλλον βάζει σε κίνδυνο το άμεσο παρόν?
Σήμερα η Γερμανία δυναμώνει τη θέση της μπροστά στις εξελίξεις προβάλλοντας την δυνατή οικονομία της και κυρίως τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην ενωμένη Ευρώπη. Μήπως στην προσπάθειά της για καλύτερες προωθημένες θέσεις στην παγκόσμια σκακιέρα βάζει σε κίνδυνο την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και επομένως και το δικαίωμά της να συμμετέχει στις εξελίξεις του πλανήτη μια και κινδυνεύει να γίνει μία βασίλισσα χωρίς βασίλειο;
Και αν βλέπει τον κίνδυνο γιατί δεν κάνει τίποτα για να τον αποφύγει;
Δεν πήρε τα μαθήματά της από τα διδάγματα του χθες;
Ή μήπως, παραφράζοντας αυτό που λέει ο λαός μας, θέλει ο Γερμανός να κρυφτεί μα η χαρά (από την αλαζονεία) δεν τον αφήνει;
Πάντως τα επικίνδυνα παιχνίδια συνήθως έχουν και θύματα.
Τα όποια θύματα προκύπτουν από τέτοιου είδους παιχνίδια δεν προέρχονται απαραίτητα μόνο από τις τάξεις των εμπλεκομένων στο παιχνίδι μια και πάντα υπάρχουν παράπλευρες απώλειες.
Επομένως καλό θα είναι το σύνολο των χωρών που απαρτίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση (και όχι μόνο) να βοηθήσουν στο να βρεθεί γρήγορα μία πολιτική λύση που δεν θα διακινδυνεύει τις προσπάθειες και τις θυσίες τόσο πολλών, σε ολόκληρη την ήπειρο, για να ανέβει λίγο περισσότερο το κύρος και η εξουσία του ενός.
Τόσο μεγάλο το ρίσκο για τόσο μικρό αποτέλεσμα άλλωστε δεν συνέστησε ποτέ κανείς οικονομολόγος στην ιστορία του πλανήτη.

* Ο Νίκος Παπαδάκος είναι χημικός μηχανικός και επιχειρηματίας

Αναδημοσίευση από την "Avgi.gr"